1These are the statutes and judgments, which ye shall observe to do in the land, which the LORD God of thy fathers giveth thee to possess it, all the days that ye live upon the earth.
1[] Ταυτα ειναι τα διαταγματα και αι κρισεις, τα οποια θελετε προσεχει να εκτελητε, εν τη γη την οποιαν Κυριος ο Θεος των πατερων σου διδει εις σε δια να κληρονομησης αυτην, πασας τας ημερας τας οποιας ζητε επι της γης.
2Ye shall utterly destroy all the places, wherein the nations which ye shall possess served their gods, upon the high mountains, and upon the hills, and under every green tree:
2Θελετε καταστρεψει παντας τους τοπους, οπου τα εθνη, τα οποια θελετε κυριευσει, ελατρευον τους θεους αυτων, επι τα υψηλα ορη και επι τους λοφους και υποκατω παντος δενδρου δασεος.
3And ye shall overthrow their altars, and break their pillars, and burn their groves with fire; and ye shall hew down the graven images of their gods, and destroy the names of them out of that place.
3Και θελετε κατεδαφισει τους βωμους αυτων και συντριψει τας στηλας αυτων, και κατακαυσει εν πυρι τα αλση αυτων, και κατακοψει τα ειδωλα των θεων αυτων, και εξαλειψει τα ονοματα αυτων εκ του τοπου εκεινου.
4Ye shall not do so unto the LORD your God.
4Δεν θελετε καμει ουτως εις Κυριον τον Θεον σας·
5But unto the place which the LORD your God shall choose out of all your tribes to put his name there, even unto his habitation shall ye seek, and thither thou shalt come:
5[] αλλ' εν τω τοπω, οντινα Κυριος ο Θεος σας εκλεξη εκ πασων των φυλων σας, δια να θεση το ονομα αυτου εκει, προς την κατοικιαν αυτου θελετε ζητησει αυτον και εκει θελετε ελθει·
6And thither ye shall bring your burnt offerings, and your sacrifices, and your tithes, and heave offerings of your hand, and your vows, and your freewill offerings, and the firstlings of your herds and of your flocks:
6και εκει θελετε φερει τα ολοκαυτωματα σας και τας θυσιας σας, και τα δεκατα σας και τας υψουμενας προσφορας των χειρων σας και τας ευχας σας και τας αυτοπροαιρετους προσφορας σας, και τα πρωτοτοκα των βοων σας και των προβατων σας·
7And there ye shall eat before the LORD your God, and ye shall rejoice in all that ye put your hand unto, ye and your households, wherein the LORD thy God hath blessed thee.
7και εκει θελετε τρωγει ενωπιον Κυριου του Θεου σας, και θελετε ευφραινεσθαι, σεις και οι οικοι σας, εις οσα επιβαλετε τας χειρας σας, εις ο, τι Κυριος ο Θεος σου σε ηυλογησε.
8Ye shall not do after all the things that we do here this day, every man whatsoever is right in his own eyes.
8Δεν θελετε καμνει κατα παντα οσα ημεις καμνομεν ενταυθα σημερον, εκαστος ο, τι φανη αρεστον εις τους οφθαλμους αυτου.
9For ye are not as yet come to the rest and to the inheritance, which the LORD your God giveth you.
9Διοτι δεν ηλθετε ετι εις την αναπαυσιν και εις την κληρονομιαν, την οποιαν διδει εις εσας Κυριος ο Θεος σας.
10But when ye go over Jordan, and dwell in the land which the LORD your God giveth you to inherit, and when he giveth you rest from all your enemies round about, so that ye dwell in safety;
10Αλλ' οταν διαβητε τον Ιορδανην, και κατοικησητε επι της γης, την οποιαν Κυριος ο Θεος σας διδει εις εσας να κληρονομησητε, και δωση εις εσας αναπαυσιν απο παντων των εχθρων σας κυκλω, ωστε να κατοικησητε μετα ασφαλειας,
11Then there shall be a place which the LORD your God shall choose to cause his name to dwell there; thither shall ye bring all that I command you; your burnt offerings, and your sacrifices, your tithes, and the heave offering of your hand, and all your choice vows which ye vow unto the LORD:
11τοτε εις τον τοπον, οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σας, δια να κατοικιση εκει το ονομα αυτου, εκει θελετε φερει παντα οσα εγω προσταζω εις εσας· τα ολοκαυτωματα σας, και τας θυσιας σας, τα δεκατα σας, και τας υψουμενας προσφορας των χειρων σας, και πασας τας εκλεκτας ευχας σας, οσας ευχηθητε εις τον Κυριον·
12And ye shall rejoice before the LORD your God, ye, and your sons, and your daughters, and your menservants, and your maidservants, and the Levite that is within your gates; forasmuch as he hath no part nor inheritance with you.
12και θελετε ευφραινεσθαι ενωπιον Κυριου του Θεου σας, σεις και οι υιοι σας και αι θυγατερες σας και οι δουλοι σας και αι δουλαι σας, και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σας· διοτι αυτος δεν εχει μεριδα ουτε κληρονομιαν με σας.
13Take heed to thyself that thou offer not thy burnt offerings in every place that thou seest:
13Προσεχε εις σεαυτον, μηποτε προσφερης το ολοκαυτωμα σου εις παντα τοπον, οντινα ιδης·
14But in the place which the LORD shall choose in one of thy tribes, there thou shalt offer thy burnt offerings, and there thou shalt do all that I command thee.
14αλλ' εις τον τοπον, οντινα εκλεξη ο Κυριος εν μια των φυλων σου, εκει θελεις προσφερει τα ολοκαυτωματα σου και εκει θελεις καμνει παντα οσα εγω σε προσταζω.
15Notwithstanding thou mayest kill and eat flesh in all thy gates, whatsoever thy soul lusteth after, according to the blessing of the LORD thy God which he hath given thee: the unclean and the clean may eat thereof, as of the roebuck, and as of the hart.
15Δυνασαι ομως να σφαζης και να τρωγης κρεας εντος πασων των πυλων σου, κατα πασαν την επιθυμιαν της ψυχης σου, κατα την ευλογιαν Κυριου του Θεου σου την οποιαν σοι εδωκεν· ο ακαθαρτος και ο καθαρος δυνανται να τρωγωσιν εξ αυτου, καθως την δορκαδα και καθως την ελαφον.
16Only ye shall not eat the blood; ye shall pour it upon the earth as water.
16Πλην το αιμα δεν θελετε τρωγει· επι την γην θελετε χυνει αυτο ως υδωρ.
17Thou mayest not eat within thy gates the tithe of thy corn, or of thy wine, or of thy oil, or the firstlings of thy herds or of thy flock, nor any of thy vows which thou vowest, nor thy freewill offerings, or heave offering of thine hand:
17Δεν δυνασαι να τρωγης εντος των πυλων σου το δεκατον του σιτου σου η του οινου σου η του ελαιου σου, η τα πρωτοτοκα των βοων σου η των προβατων σου, ουδε καμμιαν των ευχων σου οσας ευχηθης, ουδε τας αυτοπροαιρετους προσφορας σου, η τας υψουμενας προσφορας των χειρων σου.
18But thou must eat them before the LORD thy God in the place which the LORD thy God shall choose, thou, and thy son, and thy daughter, and thy manservant, and thy maidservant, and the Levite that is within thy gates: and thou shalt rejoice before the LORD thy God in all that thou puttest thine hands unto.
18Αλλα πρεπει να τρωγης ταυτα ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εν τω τοπω οντινα εκλεξη Κυριος ο Θεος σου, συ, και ο υιος σου και η θυγατηρ σου και ο δουλος σου και η δουλη σου και ο Λευιτης ο εντος των πυλων σου· και θελεις ευφραινεσθαι ενωπιον Κυριου του Θεου σου, εις οσα επιβαλης την χειρα σου.
19Take heed to thyself that thou forsake not the Levite as long as thou livest upon the earth.
19Προσεχε εις σεαυτον, μηποτε εγκαταλιπης τον Λευιτην, οσον χρονον ζης επι της γης σου.
20When the LORD thy God shall enlarge thy border, as he hath promised thee, and thou shalt say, I will eat flesh, because thy soul longeth to eat flesh; thou mayest eat flesh, whatsoever thy soul lusteth after.
20Οταν Κυριος ο Θεος σου πλατυνη τα ορια σου, καθως υπεσχεθη προς σε, και ειπης, Θελω φαγει κρεας, διοτι επιθυμει η ψυχη σου να φαγη κρεας, δυνασαι να τρωγης κρεας, κατα πασαν την επιθυμιαν της ψυχης σου.
21If the place which the LORD thy God hath chosen to put his name there be too far from thee, then thou shalt kill of thy herd and of thy flock, which the LORD hath given thee, as I have commanded thee, and thou shalt eat in thy gates whatsoever thy soul lusteth after.
21Εαν ο τοπος, τον οποιον Κυριος ο Θεος σου εξελεξε δια να θεση εκει το ονομα αυτου, απεχη πολυ απο σου, τοτε θελεις σφαζει εκ των βοων σου και εκ των προβατων σου, τα οποια σοι εδωκεν ο Κυριος, καθως εγω προσεταξα εις εσας, και θελεις τρωγει εντος των πυλων σου κατα πασαν την επιθυμιαν της ψυχης σου.
22Even as the roebuck and the hart is eaten, so thou shalt eat them: the unclean and the clean shall eat of them alike.
22Καθως τρωγεται η δορκας και η ελαφος, ουτω θελεις τρωγει αυτα· ο ακαθαρτος και ο καθαρος θελουσι τρωγει απ' αυτων εξ ισου.
23Only be sure that thou eat not the blood: for the blood is the life; and thou mayest not eat the life with the flesh.
23Μονον απεχε ισχυρως απο του να φαγης το αιμα· διοτι το αιμα ειναι η ζωη· και δεν δυνασαι να φαγης την ζωην μετα του κρεατος.
24Thou shalt not eat it; thou shalt pour it upon the earth as water.
24Δεν θελεις τρωγει αυτο· επι την γην θελεις χυνει αυτο ως υδωρ.
25Thou shalt not eat it; that it may go well with thee, and with thy children after thee, when thou shalt do that which is right in the sight of the LORD.
25Δεν θελεις τρωγει αυτο· δια να ευημερης, συ και τα τεκνα σου μετα σε, οταν πραττης το αρεστον ενωπιον του Κυριου.
26Only thy holy things which thou hast, and thy vows, thou shalt take, and go unto the place which the LORD shall choose:
26Πλην τα αφιερωματα σου, οσα αν εχης, και τας ευχας σου θελεις λαβει και θελεις υπαγει εις τον τοπον, οντινα εκλεξη ο Κυριος.
27And thou shalt offer thy burnt offerings, the flesh and the blood, upon the altar of the LORD thy God: and the blood of thy sacrifices shall be poured out upon the altar of the LORD thy God, and thou shalt eat the flesh.
27Και θελεις προσφερει τα ολοκαυτωματα σου, το κρεας και το αιμα, επι του θυσιαστηριου Κυριου του Θεου σου· και το αιμα των θυσιων σου θελει χυθη εις το θυσιαστηριον Κυριου του Θεου σου, το δε κρεας θελεις φαγει.
28Observe and hear all these words which I command thee, that it may go well with thee, and with thy children after thee for ever, when thou doest that which is good and right in the sight of the LORD thy God.
28Προσεχε και ακουε παντας τους λογους τουτους, τους οποιους εγω προσταζω εις σε· δια να ευημερης, συ και τα τεκνα σου μετα σε εις τον αιωνα, οταν πραττης το καλον και το αρεστον ενωπιον Κυριου του Θεου σου.
29When the LORD thy God shall cut off the nations from before thee, whither thou goest to possess them, and thou succeedest them, and dwellest in their land;
29Οταν Κυριος ο Θεος σου εξολοθρευση τα εθνη απ' εμπροσθεν σου, οπου υπαγεις δια να κληρονομησης αυτα, και κληρονομησης αυτα και κατοικησης εν τη γη αυτων,
30Take heed to thyself that thou be not snared by following them, after that they be destroyed from before thee; and that thou inquire not after their gods, saying, How did these nations serve their gods? even so will I do likewise.
30προσεχε εις σεαυτον, μηποτε παγιδευθης και ακολουθησης αυτους, αφου εξολοθρευθωσιν απ' εμπροσθεν σου· και μηποτε εξετασης περι των θεων αυτων, λεγων, Πως ελατρευον τα εθνη ταυτα τους θεους αυτων; ουτω θελω καμει και εγω.
31Thou shalt not do so unto the LORD thy God: for every abomination to the LORD, which he hateth, have they done unto their gods; for even their sons and their daughters they have burnt in the fire to their gods.
31Δεν θελεις καμει ουτως εις Κυριον τον Θεον σου· διοτι παν βδελυγμα, το οποιον ο Κυριος μισει, εκαμον εις τους θεους αυτων· επειδη και τους υιους αυτων και τας θυγατερας αυτων καιουσιν εν πυρι προς τους θεους αυτων.
32What thing soever I command you, observe to do it: thou shalt not add thereto, nor diminish from it.
32Παν ο, τι προσταζω εγω εις εσας, τουτο προσεχετε να καμνητε· δεν θελεις προσθεσει εις αυτο ουδε θελεις αφαιρεσει απ' αυτου.