1Let us therefore fear, lest, a promise being left us of entering into his rest, any of you should seem to come short of it.
1[] Ας φοβηθωμεν λοιπον μηποτε, ενω μενει εις ημας επαγγελια να εισελθωμεν εις την καταπαυσιν αυτου, φανη τις εξ υμων οτι υστερηθη αυτης.
2For unto us was the gospel preached, as well as unto them: but the word preached did not profit them, not being mixed with faith in them that heard it.
2Διοτι ημεις ευηγγελισθημεν, καθως και εκεινοι· αλλα δεν ωφελησεν εκεινους ο λογος, τον οποιον ηκουσαν, επειδη δεν ητο εις τους ακουσαντας ηνωμενος με την πιστιν.
3For we which have believed do enter into rest, as he said, As I have sworn in my wrath, if they shall enter into my rest: although the works were finished from the foundation of the world.
3Διοτι εισερχομεθα εις την καταπαυσιν ημεις οι πιστευσαντες, καθως ειπεν· Ουτως ωμοσα εν τη οργη μου, δεν θελουσιν εισελθει εις την καταπαυσιν μου· αν και τα εργα αυτου ετελειωσαν απο καταβολης κοσμου.
4For he spake in a certain place of the seventh day on this wise, And God did rest the seventh day from all his works.
4Διοτι ειπεν εν μερει τινι περι της εβδομης ουτω· Και κατεπαυσεν ο Θεος εν τη ημερα τη εβδομη απο παντων των εργων αυτου·
5And in this place again, If they shall enter into my rest.
5και εν τουτω παλιν· Δεν θελουσιν εισελθει εις την καταπαυσιν μου.
6Seeing therefore it remaineth that some must enter therein, and they to whom it was first preached entered not in because of unbelief:
6Επειδη λοιπον μενει να εισελθωσι τινες εις αυτην, και οι προτερον ευαγγελισθεντες δεν εισηλθον δι' απειθειαν
7Again, he limiteth a certain day, saying in David, To day, after so long a time; as it is said, To day if ye will hear his voice, harden not your hearts.
7παλιν διοριζει ημεραν τινα, Σημερον, λεγων δια του Δαβιδ, μετα τοσουτον καιρον, καθως ειρηται· Σημερον, εαν της φωνης αυτου ακουσητε, μη σκληρυνητε τας καρδιας σας.
8For if Jesus had given them rest, then would he not afterward have spoken of another day.
8Διοτι εαν ο Ιησους σου Ναυη ειχε δωσει εις αυτους καταπαυσιν, δεν ηθελε μετα ταυτα λαλει περι αλλης ημερας.
9There remaineth therefore a rest to the people of God.
9Αρα μενει καταπαυσις εις τον λαον του Θεου.
10For he that is entered into his rest, he also hath ceased from his own works, as God did from his.
10Διοτι ο εισελθων εις την καταπαυσιν αυτου και αυτος κατεπαυσεν απο των εργων αυτου, καθως ο Θεος απο των εαυτου.
11Let us labour therefore to enter into that rest, lest any man fall after the same example of unbelief.
11[] Ας σπουδασωμεν λοιπον να εισελθωμεν εις εκεινην την καταπαυσιν, δια να μη πεση τις εις το αυτο παραδειγμα της απειθειας.
12For the word of God is quick, and powerful, and sharper than any twoedged sword, piercing even to the dividing asunder of soul and spirit, and of the joints and marrow, and is a discerner of the thoughts and intents of the heart.
12Διοτι ο λογος του Θεου ειναι ζων και ενεργος και κοπτερωτερος υπερ πασαν διστομον μαχαιραν και διερχεται μεχρι διαιρεσεως ψυχης τε και πνευματος, αρμων τε και μυελων, και διερευνα τους διαλογισμους και τας εννοιας της καρδιας·
13Neither is there any creature that is not manifest in his sight: but all things are naked and opened unto the eyes of him with whom we have to do.
13και δεν ειναι ουδεν κτισμα αφανες ενωπιον αυτου, αλλα παντα ειναι γυμνα και τετραχηλισμενα εις τους οφθαλμους αυτου, προς ον εχομεν να δωσωμεν λογον.
14Seeing then that we have a great high priest, that is passed into the heavens, Jesus the Son of God, let us hold fast our profession.
14Εχοντες λοιπον αρχιερεα μεγαν, οστις διηλθε τους ουρανους, Ιησουν τον Υιον του Θεου, ας κρατωμεν την ομολογιαν.
15For we have not an high priest which cannot be touched with the feeling of our infirmities; but was in all points tempted like as we are, yet without sin.
15Διοτι δεν εχομεν αρχιερεα μη δυναμενον να συμπαθηση εις τας ασθενειας ημων, αλλα πειρασθεντα κατα παντα καθ ' ομοιοτητα ημων χωρις αμαρτιας.
16Let us therefore come boldly unto the throne of grace, that we may obtain mercy, and find grace to help in time of need.
16Ας πλησιαζωμεν λοιπον μετα παρρησιας εις τον θρονον της χαριτος, δια να λαβωμεν ελεος και να ευρωμεν χαριν προς βοηθειαν εν καιρω χρειας.