1Then Job answered and said,
1[] Και απεκριθη ο Ιωβ και ειπε·
2Even to day is my complaint bitter: my stroke is heavier than my groaning.
2Και την σημερον το παραπονον μου ειναι πικρον· η πληγη μου ειναι βαρυτερα του στεναγμου μου.
3Oh that I knew where I might find him! that I might come even to his seat!
3Ειθε να ηξευρον που να ευρω αυτον· ηθελον υπαγει εως του θρονου αυτου·
4I would order my cause before him, and fill my mouth with arguments.
4ηθελον εκθεσει κρισιν ενωπιον αυτου, και ηθελον εμπλησει το στομα μου αποδειξεων·
5I would know the words which he would answer me, and understand what he would say unto me.
5ηθελον γνωρισει τους λογους τους οποιους ηθελε μοι αποκριθη, και ηθελον νοησει τι ηθελε μοι ειπει.
6Will he plead against me with his great power? No; but he would put strength in me.
6Μη εν πληθει δυναμεως θελει διαμαχεσθαι μετ' εμου; ουχι· αλλ' ηθελε βαλει εις εμε προσοχην.
7There the righteous might dispute with him; so should I be delivered for ever from my judge.
7Τοτε ηδυνατο ο δικαιος να διαλεχθη μετ' αυτου· και ηθελον ελευθερωθη διαπαντος απο του κριτου μου.
8Behold, I go forward, but he is not there; and backward, but I cannot perceive him:
8[] Ιδου, υπαγω εμπρος, αλλα δεν ειναι· και οπισω, αλλα δεν βλεπω αυτον·
9On the left hand, where he doth work, but I cannot behold him: he hideth himself on the right hand, that I cannot see him:
9εις τα αριστερα, οταν εργαζηται, αλλα δεν δυναμαι να ιδω αυτον. Κρυπτεται εις τα δεξια, και δεν βλεπω αυτον.
10But he knoweth the way that I take: when he hath tried me, I shall come forth as gold.
10Γνωριζει ομως την οδον μου· με εδοκιμασε· θελω εξελθει ως χρυσιον.
11My foot hath held his steps, his way have I kept, and not declined.
11Ο πους μου ενεμεινεν εις τα βηματα αυτου· εφυλαξα την οδον αυτου και δεν εξεκλινα·
12Neither have I gone back from the commandment of his lips; I have esteemed the words of his mouth more than my necessary food.
12την εντολην των χειλεων αυτου, και δεν ωπισθοδρομησα· διετηρησα τους λογους του στοματος αυτου, μαλλον παρα την αναγκαιαν μου τροφην.
13But he is in one mind, and who can turn him? and what his soul desireth, even that he doeth.
13[] Διοτι αυτος ειναι εν μια βουλη· και τις δυναται να αποστρεψη αυτον; και ο, τι επιθυμει η ψυχη αυτου, καμνει.
14For he performeth the thing that is appointed for me: and many such things are with him.
14Διοτι εκτελει το ορισθεν εις εμε· και πολλα τοιαυτα ειναι μετ' αυτου.
15Therefore am I troubled at his presence: when I consider, I am afraid of him.
15Δια τουτο καταπληττομαι απο προσωπου αυτου· συλλογιζομαι και φριττω απ' αυτου·
16For God maketh my heart soft, and the Almighty troubleth me:
16διοτι ο Θεος εμαλακωσε την καρδιαν μου, και ο Παντοδυναμος με κατεπληξεν·
17Because I was not cut off before the darkness, neither hath he covered the darkness from my face.
17επειδη δεν απεκοπην προ του σκοτους, και δεν εκρυψε τον γνοφον απο του προσωπου μου.