1Lord, remember David, and all his afflictions:
1[] <<Ωιδη των Αναβαθμων.>> Ενθυμηθητι, Κυριε, τον Δαβιδ, και παντας τους αγωνας αυτου·
2How he sware unto the LORD, and vowed unto the mighty God of Jacob;
2πως ωμοσε προς τον Κυριον και εκαμεν ευχην εις τον ισχυρον Θεον του Ιακωβ·
3Surely I will not come into the tabernacle of my house, nor go up into my bed;
3Δεν θελω εισελθει υπο την στεγην του οικου μου, δεν θελω αναβη εις την κλινην της στρωμνης μου,
4I will not give sleep to mine eyes, or slumber to mine eyelids,
4δεν θελω δωσει υπνον εις τους οφθαλμους μου, νυσταγμον εις τα βλεφαρα μου,
5Until I find out a place for the LORD, an habitation for the mighty God of Jacob.
5εωσου ευρω τοπον δια τον Κυριον, κατοικιαν δια τον ισχυρον Θεον του Ιακωβ.
6Lo, we heard of it at Ephratah: we found it in the fields of the wood.
6Ιδου, ηκουσαμεν περι αυτης εν Εφραθα· ευρηκαμεν αυτην εις τας πεδιαδας του Ιααρ.
7We will go into his tabernacles: we will worship at his footstool.
7Ας εισελθωμεν εις τας σκηνας αυτου· ας προσκυνησωμεν εις το υποποδιον των ποδων αυτου.
8Arise, O LORD, into thy rest; thou, and the ark of thy strength.
8Αναστηθι, Κυριε, εις την αναπαυσιν σου, συ και η κιβωτος της δυναμεως σου.
9Let thy priests be clothed with righteousness; and let thy saints shout for joy.
9Οι ιερεις σου ας ενδυθωσι δικαιοσυνην, και οι οσιοι σου ας αγαλλωνται.
10For thy servant David's sake turn not away the face of thine anointed.
10Ενεκεν Δαβιδ του δουλου σου μη αποστρεψης το προσωπον του κεχρισμενου σου.
11The LORD hath sworn in truth unto David; he will not turn from it; Of the fruit of thy body will I set upon thy throne.
11[] Ωμοσεν ο Κυριος αληθειαν προς τον Δαβιδ, δεν θελει αθετησει αυτην, Εκ του καρπου του σωματος σου θελω θεσει επι τον θρονον σου.
12If thy children will keep my covenant and my testimony that I shall teach them, their children shall also sit upon thy throne for evermore.
12Εαν φυλαξωσιν οι υιοι σου την διαθηκην μου, και τα μαρτυρια μου τα οποια θελω διδαξει αυτους, και οι υιοι αυτων θελουσι καθισει διαπαντος επι του θρονου σου.
13For the LORD hath chosen Zion; he hath desired it for his habitation.
13Διοτι εξελεξεν ο Κυριος την Σιων· ευηρεστηθη να κατοικη εν αυτη.
14This is my rest for ever: here will I dwell; for I have desired it.
14Αυτη ειναι η αναπαυσις μου εις τον αιωνα του αιωνος· ενταυθα θελω κατοικει, διοτι ηγαπησα αυτην.
15I will abundantly bless her provision: I will satisfy her poor with bread.
15Θελω ευλογησει εν ευλογια τας τροφας αυτης· τους πτωχους αυτης θελω χορτασει αρτον·
16I will also clothe her priests with salvation: and her saints shall shout aloud for joy.
16και τους ιερεις αυτης θελω ενδυσει σωτηριαν· και οι οσιοι αυτης θελουσιν αγαλλεσθαι εν αγαλλιασει.
17There will I make the horn of David to bud: I have ordained a lamp for mine anointed.
17Εκει θελω καμει να βλαστηση κερας εις τον Δαβιδ· ητοιμασα λυχνον δια τον κεχρισμενον μου.
18His enemies will I clothe with shame: but upon himself shall his crown flourish.
18Τους εχθρους αυτου θελω ενδυσει αισχυνην· επι δε αυτον θελει ανθει το διαδημα αυτου.