1The LORD is my light and my salvation; whom shall I fear? the LORD is the strength of my life; of whom shall I be afraid?
1[] <<Ψαλμος του Δαβιδ.>> Ο Κυριος ειναι φως μου και σωτηρια μου· τινα θελω φοβηθη; ο Κυριος ειναι δυναμις της ζωης μου· απο τινος θελω δειλιασει;
2When the wicked, even mine enemies and my foes, came upon me to eat up my flesh, they stumbled and fell.
2Οτε επλησιασαν επ' εμε οι πονηρευομενοι, δια να καταφαγωσι την σαρκα μου, οι αντιδικοι και οι εχθροι μου, αυτοι προσεκρουσαν και επεσον.
3Though an host should encamp against me, my heart shall not fear: though war should rise against me, in this will I be confident.
3Και αν παραταχθη εναντιον μου στρατευμα, η καρδια μου δεν θελει φοβηθη· και αν πολεμος σηκωθη επ' εμε, και τοτε θελω ελπιζει.
4One thing have I desired of the LORD, that will I seek after; that I may dwell in the house of the LORD all the days of my life, to behold the beauty of the LORD, and to enquire in his temple.
4Εν εζητησα παρα του Κυριου, τουτο θελω εκζητει· το να κατοικω εν τω οικω του Κυριου πασας τας ημερας της ζωης μου, να θεωρω το καλλος του Κυριου και να επισκεπτωμαι τον ναον αυτου.
5For in the time of trouble he shall hide me in his pavilion: in the secret of his tabernacle shall he hide me; he shall set me up upon a rock.
5Διοτι εν ημερα συμφορας θελει με κρυψει εν τη σκηνη αυτου· Θελει με κρυψει εν τω αποκρυφω της σκηνης αυτου· θελει με υψωσει επι βραχον·
6And now shall mine head be lifted up above mine enemies round about me: therefore will I offer in his tabernacle sacrifices of joy; I will sing, yea, I will sing praises unto the LORD.
6και ηδη η κεφαλη μου θελει υψωθη υπερανω των εχθρων μου των περικυκλουντων με· και θελω θυσιασει εν τη σκηνη αυτου θυσιας αλαλαγμου· θελω υμνει και θελω ψαλμωδει εις τον Κυριον.
7Hear, O LORD, when I cry with my voice: have mercy also upon me, and answer me.
7[] Ακουσον, Κυριε, της φωνης μου, οταν κραζω· και ελεησον με και εισακουσον μου.
8When thou saidst, Seek ye my face; my heart said unto thee, Thy face, LORD, will I seek.
8Ζητησατε το προσωπον μου, ειπε περι σου η καρδια μου. Το προσωπον σου, Κυριε, θελω ζητησει.
9Hide not thy face far from me; put not thy servant away in anger: thou hast been my help; leave me not, neither forsake me, O God of my salvation.
9Μη κρυψης απ' εμου το προσωπον σου· μη απορριψης εν οργη τον δουλον σου· συ εσταθης βοηθεια μου· μη με αφησης και μη με εγκαταλειψης, Θεε της σωτηριας μου.
10When my father and my mother forsake me, then the LORD will take me up.
10Και αν ο πατηρ μου και η μητηρ μου με εγκαταλειψωσιν, ο Κυριος ομως θελει με προσδεχθη.
11Teach me thy way, O LORD, and lead me in a plain path, because of mine enemies.
11Διδαξον με, Κυριε, την οδον σου και οδηγησον με εν οδω ευθεια ενεκεν των εχθρων μου.
12Deliver me not over unto the will of mine enemies: for false witnesses are risen up against me, and such as breathe out cruelty.
12Μη με παραδωσης εις την επιθυμιαν των εχθρων μου· διοτι ηγερθησαν κατ' εμου μαρτυρες ψευδεις και πνεοντες αδικιαν.
13I had fainted, unless I had believed to see the goodness of the LORD in the land of the living.
13Ουαι εαν δεν επιστευον να ιδω τα αγαθα του Κυριου εν γη ζωντων.
14Wait on the LORD: be of good courage, and he shall strengthen thine heart: wait, I say, on the LORD.
14Προσμενε τον Κυριον· ανδριζου, και ας κραταιωθη η καρδια σου· και προσμενε τον Κυριον.