Dutch Staten Vertaling

Greek: Modern

Proverbs

9

1De opperste Wijsheid heeft Haar huis gebouwd; Zij heeft Haar zeven pilaren gehouwen.
1[] Η σοφια ωκοδομησε τον οικον αυτης, ελατομησε τους στυλους αυτης επτα·
2Zij heeft Haar slachtvee geslacht. Zij heeft Haar wijn gemengd; ook heeft Zij Haar tafel toegericht.
2εσφαξε τη σφαγια αυτης, εκερασε τον οινον αυτης, και ητοιμασε την τραπεζαν αυτης·
3Zij heeft Haar dienstmaagden uitgezonden; Zij nodigt op de tinnen van de hoogten der stad:
3απεστειλε τας θεραπαινας αυτης, κηρυττει επι των υψηλων τοπων της πολεως,
4Wie is slecht? Hij kere zich herwaarts! Tot de verstandeloze zegt Zij:
4Οστις ειναι αφρων, ας στραφη εδω· και, προς τους ενδεεις φρενων, λεγει προς αυτους,
5Komt, eet van Mijn brood, en drinkt van den wijn, dien Ik gemengd heb.
5Ελθετε, φαγετε απο του αρτου μου, και πιετε απο του οινου τον οποιον εκερασα·
6Verlaat de slechtigheden, en leeft; en treedt in den weg des verstands.
6αφησατε την αφροσυνην και ζησατε· και κατευθυνθητε εν τη οδω της συνεσεως.
7Wie den spotter tuchtigt, behaalt zich schande; en die den goddeloze bestraft, zijn schandvlek.
7Ο νουθετων χλευαστην λαμβανει εις εαυτον ατιμιαν· και ο ελεγχων τον ασεβη λαμβανει εις εαυτον μωμον.
8Bestraf den spotter niet, opdat hij u niet hate; bestraf den wijze, en hij zal u liefhebben.
8Μη ελεγχε χλευαστην, δια να μη σε μισηση· ελεγχε σοφον, και θελει σε αγαπησει.
9Leer den wijze, zo zal hij nog wijzer worden; onderwijs den rechtvaardige, zo zal hij in leer toenemen.
9Διδε αφορμην εις τον σοφον και θελει γεινει σοφωτερος· διδασκε τον δικαιον και θελει αυξηθη εις μαθησιν.
10De vreze des HEEREN is het beginsel der wijsheid, en de wetenschap der heiligen is verstand.
10Αρχη σοφιας φοβος Κυριου· και επιγνωσις αγιων φρονησις.
11Want door Mij zullen uw dagen vermenigvuldigen, en de jaren des levens zullen u toegedaan worden.
11Διοτι δι' εμου αι ημεραι σου θελουσι πολλαπλασιασθη, και ετη ζωης θελουσι προστεθη εις σε.
12Indien gij wijs zijt, gij zijt wijs voor uzelven; en zijt gij een spotter, gij zult het alleen dragen.
12Εαν γεινης σοφος, θελεις εισθαι σοφος δια σεαυτον· και εαν γεινης χλευαστης, συ μονος θελεις πασχει.
13Een zotte vrouw is woelachtig, de slechtigheid zelve, en weet niet met al.
13[] Γυνη αφρων, θρασεια, ανοητος και μη γνωριζουσα μηδεν·
14En zij zit aan de deur van haar huis, op een stoel, op de hoge plaatsen der stad;
14καθηται εν τη θυρα της οικιας αυτης επι θρονου, εν τοις υψηλοις τοποις της πολεως,
15Om te roepen degenen, die op den weg voorbijgaan, die hun paden recht maken, zeggende:
15προσκαλουσα τους διαβατας τους κατευθυνομενους εις την οδον αυτων·
16Wie is slecht? Hij kere zich herwaarts; en tot den verstandeloze zegt zij:
16οστις ειναι αφρων, ας στραφη εδω· και προς τον ενδεη φρενων, λεγει προς αυτον,
17De gestolen wateren zijn zoet, en het verborgen brood is liefelijk.
17Τα κλοπιμαια υδατα ειναι γλυκεα, και ο κρυφιος αρτος ειναι ηδυς.
18Maar hij weet niet, dat aldaar doden zijn; haar genoden zijn in de diepten der hel.
18Αλλ' αυτος αγνοει οτι εκει ειναι οι νεκροι, και εις τα βαθη του αδου οι κεκλημενοι αυτης.