1Zvino zvakaitika kuti Isaka ava mutana, meso ake owonera madzedzerere, asingachaoni, wakadana Esau mwanakomana wake mukuru, ndokuti kwaari: Mwana wangu! Iye ndokuti kwaari: Tarirai ndiri pano.
1[] Και αφου εγηρασεν ο Ισαακ, και οι οφθαλμοι αυτου ημβλυνθησαν, ωστε δεν εβλεπεν, εκαλεσεν Ησαυ τον υιον αυτου τον μεγαλητερον, και ειπε προς αυτον, Υιε μου. Ο δε ειπε προς αυτον, Ιδου, εγω.
2Akabva ati: Tarira zvino ndakwegura; handizivi zuva rekufa kwangu.
2Και εκεινος ειπεν, Ιδου, τωρα, εγω εγηρασα· δεν γνωριζω την ημεραν του θανατου μου·
3Naizvozvo ikozvino, tora hako zvombo zvako, goba rako, neuta hwako, ugobuda kusango undivhimire nyama yemhuka,
3λαβε λοιπον, παρακαλω, τα οπλα σου, την φαρετραν σου και το τοξον σου, και εξελθε εις την πεδιαδα και κυνηγησον μοι κυνηγιον·
4Ugondigadzirira chikafu chinonaka, sechandinoda, ugondivigira kuti ndidye, kuti mweya wangu ukuropafadze ndisati ndafa.
4και καμε μοι εδεσματα καθως αγαπω, και φερε μοι να φαγω, δια να σε ευλογηση η ψυχη μου πριν αποθανω.
5Zvino Rabheka wakanzwa Isaka paakataura naEsau mwanakomana wake. Esau ndokuenda kusango kunovhima nyama yemhuka kuti auye nayo.
5Η δε Ρεβεκκα ηκουσεν ενω ελαλει ο Ισαακ προς Ησαυ τον υιον αυτου. Και υπηγεν ο Ησαυ εις την πεδιαδα δια να κυνηγηση κυνηγιον και να φερη αυτο.
6Rabheka ndokutaura naJakove mwanakomana wake achiti: Tarira, ndanzwa baba vako vachitaura naEsau, mukoma wako, vachiti:
6[] Και η Ρεβεκκα ελαλησε προς Ιακωβ τον υιον αυτης, λεγουσα, Ιδου, εγω ηκουσα τον πατερα σου λαλουντα προς Ησαυ τον αδελφον και λεγοντα,
7Nditorere nyama yemhuka, ugondigadzirira chikafu chinoanaka kuti ndidye, ndigokuropafadza pamberi paJehovha ndisati ndafa.
7Φερε μοι κυνηγιον και καμε μοι εδεσματα, δια να φαγω, και να σε ευλογησω ενωπιον του Κυριου πριν αποθανω.
8Naizvozvo ikozvino mwanakomana wangu, teerera inzwi rangu kune zvandinokuraira.
8Τωρα λοιπον, υιε μου, ακουσον την φωνην μου εις οσα εγω σοι παραγγελλω·
9Chidoenda ikozvino kuboka rezvipfuwo, unditorere kubva ipapo mbudzana mbiri dzakanaka dzembudzi, zvino ndichadzigadzira chikafu chinonaka chababa vako, sechavanoda;
9υπαγε τωρα εις το ποιμνιον, και λαβε μοι εκειθεν δυο καλα εριφια εξ αιγων· δια να καμω αυτα εδεσματα δια τον πατερα σου, καθως αγαπα·
10ugoenda nacho kuna baba vako vadye, uye kuti vakuropafadze rufu rwavo rasati rwasvika.
10και θελεις φερει αυτα προς τον πατερα σου να φαγη, δια σε ευλογηση πριν αποθανη.
11Jakove ndokuti kuna Rabheka mai vake: Tarirai, Esau mukoma wangu, murume une mvere, asi ini ndiri murume wakatsetseka.
11Και ειπεν ο Ιακωβ προς Ρεβεκκαν την μητερα αυτου, Ιδου, ο Ησαυ ο αδελφος μου ειναι ανηρ δασυτριχος, εγω δε ανηρ ατριχος·
12Zvimwe baba vangu vachandipurudzira, ndokuva pameso avoseunovadadira, uye ndichazviuyisira rushambwa pachinzvimbo chekuropafadzwa.
12ισως με ψηλαφηση ο πατηρ μου, και θελω φανη εις αυτον ως απατεων, και θελω συρει επ' εμαυτον καταραν και ουχι ευλογιαν.
13Mai vake ndokuti kwaari: Rushambwa rwako ngarwuve pamusoro pangu, mwanakomana wangu; teerera chete inzwi rangu, ugoenda unonditorera.
13Ειπε δε προς αυτον η μητηρ αυτου, Επ' εμε η καταρα σου, τεκνον μου· μονον υπακουσον εις την φωνην μου και υπαγε, φερε μοι αυτα.
14Zvino wakaenda, akadzitora, akadziuisa kuna mai vake; mai vake ndokugadzira chikafu chinonaka sechaidikamwa nababa vake.
14Και υπηγε, και ελαβε, και εφερεν αυτα προς την μητερα αυτου· και εκαμεν η μητηρ αυτου εδεσματα καθως ηγαπα ο πατηρ αυτου.
15Zvino Rabheka wakatora nguvo dzakanaka dzaEsau mwanakomana wake mukuru, dzaaiva nadzo mumba, ndokudzifukidza Jakove mwanakomana wake muduku;
15Και λαβουσα η Ρεβεκκα τα καλητερα φορεματα Ησαυ του μεγαλητερου υιου αυτης, τα οποια ειχεν εν τη οικια, ενεδυσε με αυτα Ιακωβ, τον υιον αυτης τον νεωτερον·
16zvino zvikumba zvembudzana wakaisa pamaoko ake, nepakatsetseka pemutsipa wake.
16και με τα δερματα των εριφιων εσκεπασε τας χειρας αυτου, και τα γυμνα του τραχηλου αυτου·
17Zvino wakapa chikafu chinonaka nechingwa zvaakange agadzirira muruoko rwaJakove mwanakomana wake.
17και εδωκεν εις τας χειρας Ιακωβ του υιου αυτης τα εδεσματα και τον αρτον, τα οποια ητοιμασε.
18Iye ndokuenda kuna baba vake akati: Baba vangu! Ivo ndokuti: Ndiri pano; ndiwe ani mwanakomana wangu?
18[] Και ηλθε προς τον πατερα αυτου· και ειπε, Πατερ μου. Ο δε ειπεν, Ιδου, εγω· τις εισαι, τεκνον μου;
19Jakove ndokuti kuna baba vake: Ndini Esau dangwe renyu; ndaita sezvamandiudza; mukai henyu mugare, mudye zvenyama yangu yemhuka, kuti mweya wenyu undiropafadze.
19Και ειπεν ο Ιακωβ προς τον πατερα αυτου, Εγω ειμαι Ησαυ ο πρωτοτοκος σου· εκαμα καθως μοι ειπας, σηκωθητι λοιπον, καθισον και φαγε εκ του κυνηγιου μου, δια να με ευλογηση η ψυχη σου.
20Isaka ndokuti kumwanakomana wake: Sei waiwana nekukurumidza zvakadai mwanakomana wangu? Iye ndokuti: Nekuti Jehovha Mwari wenyu waiuisa pamberi pangu.
20Και ειπεν ο Ισαακ προς τον υιον αυτου, Ποθεν τουτο, τεκνον μου, οτι ευρηκας τοσον ταχεως; Ο δε ειπε, Διοτι Κυριος ο Θεος σου εφερεν αυτο εμπροσθεν μου.
21Isaka ndokuti kuna Jakove: Swedera hako kuti ndikupurudzire, mwanakomana wangu, ndizive kuti uri mwanakomana wangu Esau amene, kana kwete.
21Και ειπεν ο Ισαακ προς τον Ιακωβ, Πλησιασον, τεκνον μου, δια να σε ψηλαφησω, αν συ ησαι αυτος ο υιος Ησαυ, η ουχι.
22Jakove ndokuswedera kuna Isaka baba vake; ivo vakamupurudzira vakati: Inzwi inzwi raJakove, asi maoko maoko aEsau.
22Και επλησιασεν ο Ιακωβ εις τον Ισαακ τον πατερα αυτου· ο δε εψηλαφησεν αυτον, και ειπεν, Η μεν φωνη ειναι φωνη Ιακωβ, αι δε χειρες, χειρες Ησαυ.
23Asi haana kumuziva nekuti maoko ake akanga ane mvere semaoko emukuru wake Esau; naizvozvo wakamuropafadza.
23Και δεν εγνωρισεν αυτον, διοτι αι χειρες αυτου ησαν ως αι χειρες Ησαυ αδελφου αυτου, δασυτριχοι και ευλογησεν αυτον.
24Ndokuti: Ndiwe mwanakomana wangu Esau chaiye here? Iye ndokuti: Ndini.
24Και ειπε, Συ εισαι αυτος ο υιος μου Ησαυ; Ο δε ειπεν, Εγω.
25Zvino akati: Iswededze kwandiri kuti ndidye zvenyama yemhuka yemwanakomana wangu, kuti mweya wangu ukuropafadze. Iye ndokuswededza kwaari, zvino akadya; ndokumuvigira waini, ndokumwa.
25Και ειπε, Φερε πλησιον μου, και θελω φαγει εκ του κυνηγιου του υιου μου, δια να σε ευλογηση η ψυχη μου. Και εφερε πλησιον αυτου, και εφαγεν· εφερε δε προς αυτον οινον και επιε.
26Zvino baba vake Isaka vakati kwaari: Chiswedera, unditsvode, mwanakomana wangu.
26Και ειπε προς αυτον Ισαακ ο πατηρ αυτου, Πλησιασον τωρα, και φιλησον με, τεκνον μου.
27Zvino wakaswedera, akamutsvoda; ndokunzwa munhuwi wenguvo dzake, ndokumuropafadzwa, zvino akati: Tarira, munhuwi wemwanakomana wangu, semunhuwi wesango Jehovha raakaropafadza.
27Και επλησιασε, και εφιλησεν αυτον· και ωσφρανθη την οσμην των ενδυματων αυτου, και ευλογησεν αυτον και ειπεν, Ιδου, η οσμη του υιου μου ειναι ως οσμη πεδιαδος, την οποιαν ευλογησεν ο Κυριος·
28Naizvozvo Mwari ngaakupe zvedova rekumatenga, nekukora kwenyika, nezviyo zvakawanda newaini itsva.
28Λοιπον ο Θεος να σοι δωση απο της δροσου του ουρανου και απο του παχους της γης και αφθονιαν σιτου και οινου·
29Vanhu ngavakushumire, nemarudzi ngaakufugamire. Iva ishe wehama dzako, nevanakomana vamai vako ngavakufugamire. vanokupa rushambwa ngavapiwe rushambwa, uye vanokuropafadza ngavaropafadzwe.
29Λαοι να σε δουλευσωσι και εθνη να σε προσκυνησωσι· να ησαι κυριος των αδελφων σου, και οι υιοι της μητρος σου να σε προσκυνησωσι· κατηραμενος οστις σε καταραται, και ευλογημενος οστις σε ευλογει
30Zvino zvakaitika Isaka paakangopedza kuropafadza Jakove, Jakove achangobuda pamberi palsaka baba vake, Esau mukoma wake wakasvika achibva pakuvhima kwake.
30[] Και καθως επαυσεν ο Ισαακ ευλογων τον Ιακωβ, μολις ο Ιακωβ ειχεν εξελθει απ' εμπροσθεν του πατρος αυτου Ισαακ· και ηλθεν Ησαυ ο αδελφος αυτου εκ του κυνηγιου αυτου.
31Naiye wakagadzira chikafu chinonaka, akauya nacho kuna baba vake; akati kuna baba vake: Baba vangu ngavamuke, vadye zvenyama yemhuka yemwanakomana wavo, kuti mweya wenyu undiropafadze.
31Και εκαμε και αυτος εδεσματα και εφερε προς τον πατερα αυτου· και ειπε προς τον πατερα αυτου, Ας σηκωθη ο πατηρ μου, και ας φαγη εκ του κυνηγιου του υιου αυτου, δια να με ευλογηση η ψυχη σου.
32Zvino Isaka baba vake vakati: Ndiwe ani? Iye ndokuti: Ndini mwanakomana wenyu, dangwe renyu Esau.
32Και ειπε προς αυτον Ισαακ ο πατηρ αυτου, Τις εισαι; Ο δε ειπεν, Ειμαι ο υιος σου, ο πρωτοτοκος σου Ησαυ.
33Isaka ndokubvunda nekubvunda kukurusa, akati: Ko ndiani wavhima nyama yemhuka, akauya nayo kwandiri, ndikadya zvayo zvose usati wasvika? Zvino ndamuropafadza, hongu ucharopafadzwa.
33Και εξεπλαγη ο Ισαακ εκπληξιν μεγαλην σφοδρα, και ειπε, Ποιος ειναι λοιπον εκεινος, οστις εκυνηγησε κυνηγιον, και μοι εφερε και εφαγον απο παντων πριν εισελθης, και ευλογησα αυτον; και ευλογημενος θελει εισθαι.
34Zvino Esau wakati achinzwa mashoko ababa vake, akachema nekuchema kukuru kunorwadza zvikurusa, ndokuti kuna baba vake: Ndiropafadzei, iniwo, baba vangu!
34Οτε ηκουσεν ο Ησαυ τους λογους του πατρος αυτου, ανεκραξε κραυγην μεγαλην και πικραν σφοδρα· και ειπε προς τον πατερα αυτου, Ευλογησον με, και εμε, πατερ μου.
35Zvino akati: Munin'ina wako wauya nekunyengedzera, akatora ropafadzo yako.
35Ο δε ειπεν, Ηλθεν ο αδελφος σου μετα δολου, και ελαβε την ευλογιαν σου.
36Zvino akati: Imhaka yekuti vakatumidza zita rake Jakove here, kuti zvino wandinyengedzera kaviri aka; udangwe hwangu wakatora, zvino tarira, ikozvino wanditorera ropafadzo yangu. Ndokuti: Hamuna kundichengeterawo ropafadzo here?
36Και ειπεν ο Ησαυ, Δικαιως εκαλεσθη το ονομα αυτου Ιακωβ, διοτι τωρα δευτεραν ταυτην φοραν με υπεσκελισεν· ελαβε τα πρωτοτοκια μου, και ιδου, τωρα ελαβε και την ευλογιαν μου. Και ειπε, Δεν εφυλαξας δι' εμε ευλογιαν;
37Isaka ndokupindura ndokuti kuna Esau: Tarira, ndamuita ishe wako, nehama dzake dzose ndapa kwaari vave varanda vake; ndamusimbisa nezviyo newaini; zvino chii chandingakuitira, mwanakomana wangu?
37Και, απεκριθη ο Ισαακ, και ειπε προς τον Ησαυ, Ιδου, κυριον σου εκαμα αυτον, και παντας τους αδελφους αυτου εκαμα δουλους αυτου, και εστηριξα αυτον με σιτον και οινον· και τι λοιπον να καμω εις σε, τεκνον μου;
38Esau ndokuti kuna baba vake: Munongova neropafadzo imwe yoga here, baba vangu? Ndiropafadzei iniwo, baba vangu. Esau ndokusimudza inzwi rake ndokuchema.
38Και ειπεν ο Ησαυ προς τον πατερα αυτου, Μηπως ταυτην μονην την ευλογιαν εχεις, πατερ μου; ευλογησον με, και εμε, πατερ μου. και υψωσεν ο Ησαυ την φωνην αυτου, και εκλαυσε.
39Zvino Isaka baba vake ndokupindura akati kwaari: Tarira, ugaro hwako huchava kure nekukora kwenyika,uye kure nedova rekudenga rinobva kumusoro.
39Και απεκριθη Ισαακ ο πατηρ αυτου, και ειπε προς αυτον, Ιδου, η κατοικησις σου θελει εισθαι εις το παχος της γης, και εις την δροσον του ουρανου ανωθεν·
40Uye nemunondo wako uchararama, uye uchashumira munin'ina wako. Asi zvichaitika pauchapukunyuka, kuti uchavhuna joko rake ribve pamutsipa wako.
40και με την μαχαιραν σου θελεις ζη, και εις τον αδελφον σου θελεις δουλευσει, οταν δε υπερισχυσης, θελεις συντριψει τον ζυγον αυτου απο του τραχηλου σου.
41Zvino Esau wakavenga Jakove nekuda kweropafadzo baba vake yavakamuropafadza nayo. Esau ndokuti mumoyo make: Mazuva ekuchema baba vangu aswedera, zvino ndichauraya munin'ina wangu Jakove.
41[] Και εμισει ο Ησαυ τον Ιακωβ, δια την ευλογιαν με την οποιαν ευλογησεν αυτον ο πατηρ αυτου· και ειπεν ο Ησαυ εν τη καρδια αυτου, Πλησιαζουσιν αι ημεραι του πενθους του πατρος μου· τοτε θελω φονευσει Ιακωβ τον αδελφον μου.
42Zvino mashoko awa aEsau mwanakomana wake mukuru akaudzwa Rabheka, ndokutuma kunodana Jakobho, mwanakomana wake muduku, ndokuti kwaari: Tarira, Esau mukoma wako unozvivaraidza pamusoro pako kuti akuuraye.
42Ανηγγελθησαν, δε προς την Ρεβεκκαν οι λογοι Ησαυ του υιου αυτης του μεγαλητερου· και πεμψασα εκαλεσεν Ιακωβ τον υιον αυτης τον νεωτερον, και ειπε προς αυτον, Ιδου, Ησαυ ο αδελφος σου παρηγορει εαυτον κατα σου, οτι θελει σε φονευσει.
43Naizvozvo ikozvino, mwanakomana wangu, teerera inzwi rangu; simuka utizire kuna Rabhani hanzvadzi yangu kuHarani,
43Τωρα λοιπον, τεκνον μου, ακουσον την φωνην μου· και σηκωθεις, φυγε προς Λαβαν τον αδελφον μου εις Χαρραν·
44ugare naye mazuva mashoma, kusvikira shungu dzemukoma wako dzaserera,
44και κατοικησον μετ' αυτου ημερας τινας, εωσου παρελθη ο θυμος του αδελφου σου·
45kusvikira kutsamwa kwemukoma wako kwaserera kubva kwauri, uye akangamwe zvawamuitira; Ipapo ndichatuma kuzokutora kubva ikoko; nemhaka yei ndicharasikirwa nemwi muri vaviri nemusi mumwe?
45εωσου παυση η κατα σου οργη του αδελφου σου, και λησμονηση τα οσα επραξας εις αυτον· τοτε θελω στειλει, και θελω σε φερει εκειθεν· δια τι να σας στερηθω και τους δυο εν μια ημερα;
46Rabheka ndokuti kuna Isaka: Ndanetswa neupenyu hwangu nekuda kwevakunda vaHeti; kana Jakove akatora mukadzi kuvakunda vaHeti, sevava, kuvakunda venyika ino, ndichararamirei?
46Και ειπεν η Ρεβεκκα προς τον Ισαακ, Αηδιασα την ζωην μου εξ αιτιας των θυγατερων του Χετ· εαν ο Ιακωβ λαβη γυναικα εκ των θυγατερων του Χετ, καθως ειναι αυται εκ των θυγατερων της γης ταυτης, τι με ωφελει να ζω;