1Hear this, all ye people; give ear, all ye inhabitants of the world:
1[] <<Εις τον πρωτον μουσικον. Ψαλμος δια τους υιους Κορε.>> Ακουσατε ταυτα, παντες οι λαοι· ακροασθητε, παντες οι κατοικοι της οικουμενης·
2Both low and high, rich and poor, together.
2μικροι τε και μεγαλοι, πλουσιοι ομου και πενητες.
3My mouth shall speak of wisdom; and the meditation of my heart shall be of understanding.
3Το στομα μου θελει λαλησει σοφιαν· και η μελετη της καρδιας μου ειναι συνεσις.
4I will incline mine ear to a parable: I will open my dark saying upon the harp.
4Θελω κλινει εις παραβολην το ωτιον μου· θελω εκθεσει εν κιθαρα το αινιγμα μου.
5Wherefore should I fear in the days of evil, when the iniquity of my heels shall compass me about?
5Δια τι να φοβωμαι εν ημεραις συμφορας, οταν με περικυκλωση η ανομια των ενεδρευοντων με;
6They that trust in their wealth, and boast themselves in the multitude of their riches;
6[] Οιτινες ελπιζουσιν εις τα αγαθα αυτων και καυχωνται εις το πληθος του πλουτου αυτων·
7None of them can by any means redeem his brother, nor give to God a ransom for him:
7ουδεις δυναται ποτε να εξαγοραση αδελφον, μηδε να δωση εις τον Θεον λυτρον δι' αυτον·
8(For the redemption of their soul is precious, and it ceaseth for ever:)
8διοτι πολυτιμος ειναι η απολυτρωσις της ψυχης αυτων, και ανευρητος διαπαντος,
9That he should still live for ever, and not see corruption.
9ωστε να ζη αιωνιως, να μη ιδη διαφθοραν.
10For he seeth that wise men die, likewise the fool and the brutish person perish, and leave their wealth to others.
10Διοτι βλεπει τους σοφους αποθνησκοντας, καθως και τον αφρονα και τον ανοητον απολλυμενους και καταλειποντας εις αλλους τα αγαθα αυτων.
11Their inward thought is, that their houses shall continue for ever, and their dwelling places to all generations; they call their lands after their own names.
11Ο εσωτερικος λογισμος αυτων ειναι οτι οι οικοι αυτων θελουσιν υπαρχει εις τον αιωνα, αι κατοικιαι αυτων εις γενεαν και γενεαν· ονομαζουσι τα υποστατικα αυτων με τα ιδια αυτων ονοματα.
12Nevertheless man being in honour abideth not: he is like the beasts that perish.
12Πλην ο ανθρωπος ο εν τιμη δεν διαμενει, ωμοιωθη με τα κτηνη τα φθειρομενα.
13This their way is their folly: yet their posterity approve their sayings. Selah.
13Αυτη η οδος αυτων ειναι μωρια αυτων· και ομως οι απογονοι αυτων ηδυνονται εις τα λογια αυτων. Διαψαλμα.
14Like sheep they are laid in the grave; death shall feed on them; and the upright shall have dominion over them in the morning; and their beauty shall consume in the grave from their dwelling.
14Ως προβατα εβληθησαν εις τον αδην· θανατος θελει ποιμανει αυτους· και οι ευθεις θελουσι κατακυριευσει αυτους το πρωι· η δε δυναμις αυτων θελει παλαιωθη εν τω αδη, αφου εκαστος αφηση την κατοικιαν αυτου.
15But God will redeem my soul from the power of the grave: for he shall receive me. Selah.
15[] Αλλ' ο Θεος θελει λυτρωσει την ψυχην μου εκ χειρος αδου· διοτι θελει με δεχθη. Διαψαλμα.
16Be not thou afraid when one is made rich, when the glory of his house is increased;
16Μη φοβου οταν πλουτηση ανθρωπος, οταν αυξηση η δοξα της οικιας αυτου·
17For when he dieth he shall carry nothing away: his glory shall not descend after him.
17διοτι εν τω θανατω αυτου, δεν θελει συμπαραλαβει ουδεν, ουδε θελει καταβη κατοπιν αυτου η δοξα αυτου.
18Though while he lived he blessed his soul: and men will praise thee, when thou doest well to thyself.
18Αν και ηυλογησε την ψυχην αυτου εν τη ζωη αυτου, και οι ανθρωποι θελωσι σε επαινει αγαθοποιουντα σεαυτον,
19He shall go to the generation of his fathers; they shall never see light.
19Θελει υπαγει εις την γενεαν των πατερων αυτου· εις τον αιωνα δεν θελουσιν ιδει φως.
20Man that is in honour, and understandeth not, is like the beasts that perish.
20Ο ανθρωπος ο εν τιμη και μη εννοων ωμοιωθη με τα κτηνη τα φθειρομενα.