1The mighty God, even the LORD, hath spoken, and called the earth from the rising of the sun unto the going down thereof.
1[] <<Ψαλμος του Ασαφ.>> Ο Θεος των θεων, ο Κυριος ελαλησε, και εκαλεσε την γην, απο ανατολης ηλιου εως δυσεως αυτου.
2Out of Zion, the perfection of beauty, God hath shined.
2Εκ της Σιων, ητις ειναι η εντελεια της ωραιοτητος, ελαμψεν ο Θεος.
3Our God shall come, and shall not keep silence: a fire shall devour before him, and it shall be very tempestuous round about him.
3Θελει ελθει ο Θεος ημων και δεν θελει σιωπησει· πυρ κατατρωγον θελει εισθαι εμπροσθεν αυτου και περιξ αυτου σφοδρα ανεμοζαλη,
4He shall call to the heavens from above, and to the earth, that he may judge his people.
4θελει προσκαλεσει τους ουρανους ανωθεν και την γην, δια να κρινη τον λαον αυτου.
5Gather my saints together unto me; those that have made a covenant with me by sacrifice.
5Συναθροισατε μοι τους οσιους μου, οιτινες εκαμον μετ' εμου συνθηκην επι θυσιας.
6And the heavens shall declare his righteousness: for God is judge himself. Selah.
6Και οι ουρανοι θελουσιν αναγγελλει την δικαιοσυνην αυτου· διοτι ο Θεος, αυτος ειναι ο Κριτης. Διαψαλμα.
7Hear, O my people, and I will speak; O Israel, and I will testify against thee: I am God, even thy God.
7[] Ακουσον, λαε μου, και θελω λαλησει· Ισραηλ, και θελω διαμαρτυρησει κατα σου· Ο Θεος, ο Θεος σου ειμαι εγω.
8I will not reprove thee for thy sacrifices or thy burnt offerings, to have been continually before me.
8Δεν θελω σε ελεγξει δια τας θυσιας σου, τα δε ολοκαυτωματα σου ειναι διαπαντος ενωπιον μου.
9I will take no bullock out of thy house, nor he goats out of thy folds.
9Δεν θελω δεχθη εκ του οικου σου μοσχον, τραγους εκ των ποιμνιων σου.
10For every beast of the forest is mine, and the cattle upon a thousand hills.
10Διοτι εμου ειναι παντα τα θηρια του δασους, τα κτηνη τα επι χιλιων ορεων.
11I know all the fowls of the mountains: and the wild beasts of the field are mine.
11Γνωριζω παντα τα πετεινα των ορεων, και τα θηρια του αγρου ειναι μετ' εμου.
12If I were hungry, I would not tell thee: for the world is mine, and the fulness thereof.
12Εαν πεινασω, δεν θελω ειπει τουτο προς σε· διοτι εμου ειναι η οικουμενη και το πληρωμα αυτης.
13Will I eat the flesh of bulls, or drink the blood of goats?
13Μηπως εγω θελω φαγει κρεας ταυρων η πιει αιμα τραγων;
14Offer unto God thanksgiving; and pay thy vows unto the most High:
14Θυσιασον εις τον Θεον θυσιαν αινεσεως, και αποδος εις τον Υψιστον τας ευχας σου·
15And call upon me in the day of trouble: I will deliver thee, and thou shalt glorify me.
15και επικαλου εμε εν ημερα θλιψεως, θελω σε ελευθερωσει, και θελεις με δοξασει.
16But unto the wicked God saith, What hast thou to do to declare my statutes, or that thou shouldest take my covenant in thy mouth?
16[] Προς δε τον ασεβη ειπεν ο Θεος· Τι προς σε, να διηγησαι τα διαταγματα μου και να αναλαμβανης την διαθηκην μου εν τω στοματι σου;
17Seeing thou hatest instruction, and casteth my words behind thee.
17Συ δε μισεις παιδειαν και απορριπτεις οπισω σου τους λογους μου.
18When thou sawest a thief, then thou consentedst with him, and hast been partaker with adulterers.
18Εαν ιδης κλεπτην, τρεχεις μετ' αυτου· και μετα των μοιχων ειναι η μερις σου.
19Thou givest thy mouth to evil, and thy tongue frameth deceit.
19Παραδιδεις το στομα σου εις την κακιαν, και η γλωσσα σου περιπλεκει δολιοτητα.
20Thou sittest and speakest against thy brother; thou slanderest thine own mother's son.
20Καθημενος λαλεις κατα του αδελφου σου· βαλλεις σκανδαλον κατα του υιου της μητρος σου.
21These things hast thou done, and I kept silence; thou thoughtest that I was altogether such an one as thyself: but I will reprove thee, and set them in order before thine eyes.
21Ταυτα επραξας, και εσιωπησα· υπελαβες οτι ειμαι τω οντι ομοιος σου· θελω σε ελεγξει, και θελω παραστησει παντα εμπροσθεν των οφθαλμων σου.
22Now consider this, ye that forget God, lest I tear you in pieces, and there be none to deliver.
22Θεσατε λοιπον τουτο εις τον νουν σας, οι λησμονουντες τον Θεον, μηποτε σας αρπασω, και ουδεις ο λυτρωσων.
23Whoso offereth praise glorifieth me: and to him that ordereth his conversation aright will I shew the salvation of God.
23Ο προσφερων θυσιαν αινεσεως, ουτος με δοξαζει· και εις τον ευθετουντα την οδον αυτου θελω δειξει την σωτηριαν του Θεου.