1[] Και εξηκολουθησεν ο Ιωβ την παραβολην αυτου και ειπε·
1ヨブはまた言葉をついで言った、
2Ζη ο Θεος, ο αποβαλων την κρισιν μου, και ο Παντοδυναμος, ο πικρανας την ψυχην μου,
2「神は生きておられる。彼はわたしの義を奪い去られた。全能者はわたしの魂を悩まされた。
3οτι παντα τον χρονον ενοσω η πνοη μου ειναι εν εμοι και το πνευμα του Θεου εις τους μυκτηρας μου,
3わたしの息がわたしのうちにあり、神の息がわたしの鼻にある間、
4τα χειλη μου δεν θελουσι λαλησει αδικιαν και η γλωσσα μου δεν θελει μελετησει δολον.
4わたしのくちびるは不義を言わない、わたしの舌は偽りを語らない。
5Μη γενοιτο εις εμε να σας δικαιωσω· εως να εκπνευσω, δεν θελω απομακρυνει την ακεραιοτητα μου απ' εμου.
5わたしは断じて、あなたがたを正しいとは認めない。わたしは死ぬまで、潔白を主張してやめない。
6Θελω κρατει την δικαιοσυνην μου και δεν θελω αφησει αυτην· η καρδια μου δεν θελει με ελεγξει ενοσω ζω.
6わたしは堅くわが義を保って捨てない。わたしは今まで一日も心に責められた事がない。
7[] Ο εχθρος μου να ηναι ως ο ασεβης και ο ανισταμενος κατ' εμου ως ο παρανομος.
7どうか、わたしの敵は悪人のようになり、わたしに逆らう者は不義なる者のようになるように。
8Διοτι τις η ελπις του υποκριτου, αν και επλεονεκτησεν, οταν ο Θεος αποσπα την ψυχην αυτου;
8神が彼を断ち、その魂を抜きとられるとき、神を信じない者になんの望みがあろう。
9Αρα γε θελει ακουσει ο Θεος την κραυγην αυτου, οταν επελθη επ' αυτον συμφορα;
9災が彼に臨むとき、神はその叫びを聞かれるであろうか。
10Θελει ευφραινεσθαι εις τον Παντοδυναμον; θελει επικαλεισθαι τον Θεον εν παντι καιρω;
10彼は全能者を喜ぶであろうか、常に神を呼ぶであろうか。
11[] θελω σας διδαξει τι ειναι εν τη χειρι του Θεου· ο, τι ειναι παρα τω Παντοδυναμω, δεν θελω κρυψει αυτο.
11わたしは神のみ手についてあなたがたに教え、全能者と共にあるものを隠すことをしない。
12Ιδου, σεις παντες ειδετε· δια τι λοιπον εισθε ολως τοσον ματαιοι;
12見よ、あなたがたは皆みずからこれを見た、それなのに、どうしてむなしい者となったのか。
13Τουτο ειναι παρα Θεου η μερις του ασεβους ανθρωπου, και η κληρονομια των δυναστων, την οποιαν θελουσι λαβει παρα του Παντοδυναμου.
13これは悪人の神から受ける分、圧制者の全能者から受ける嗣業である。
14Εαν οι υιοι αυτου πολλαπλασιασθωσιν, ειναι δια την ρομφαιαν· και οι εκγονοι αυτου δεν θελουσι χορτασθη αρτον.
14その子らがふえればつるぎに渡され、その子孫は食物に飽きることがない。
15Οι εναπολειφθεντες αυτου θελουσι ταφη εν θανατω· και αι χηραι αυτου δεν θελουσι κλαυσει.
15その生き残った者は疫病で死んで埋められ、そのやもめらは泣き悲しむことをしない。
16Και αν επισωρευση αργυριον ως το χωμα και ετοιμαση ιματια ως τον πηλον·
16たとい彼は銀をちりのように積み、衣服を土のように備えても、
17δυναται μεν να ετοιμαση, πλην ο δικαιος θελει ενδυθη αυτα· και ο αθωος θελει διαμοιρασθη το αργυριον.
17その備えるものは正しい人がこれを着、その銀は罪なき者が分かち取るであろう。
18Οικοδομει τον οικον αυτου ως το σαρακιον, και ως καλυβην, την οποιαν καμνει ο αγροφυλαξ.
18彼の建てる家は、くもの巣のようであり、番人の造る小屋のようである。
19Πλαγιαζει πλουσιος, πλην δεν θελει συναχθη· ανοιγει τους οφθαλμους αυτου και δεν υπαρχει.
19彼は富める身で寝ても、再び富むことがなく、目を開けばその富はない。
20Τρομοι συλλαμβανουσιν αυτον ως υδατα, ανεμοστροβιλος αρπαζει αυτον την νυκτα.
20恐ろしい事が大水のように彼を襲い、夜はつむじ風が彼を奪い去る。
21Σηκονει αυτον ανατολικος ανεμος, και υπαγει· και αποσπα αυτον απο του τοπου αυτου.
21東風が彼を揚げると、彼は去り、彼をその所から吹き払う。
22Διοτι ο Θεος θελει ριψει κατ' αυτου συμφορας και δεν θελει φεισθη· απο της χειρος αυτου σπευδει να φυγη.
22それは彼を投げつけて、あわれむことなく、彼はその力からのがれようと、もがく。それは彼に向かって手を鳴らし、あざけり笑って、その所から出て行かせる。
23Θελουσι κροτησει τας χειρας αυτων επ' αυτον, και θελουσι συριξει αυτον απο του τοπου αυτων.
23それは彼に向かって手を鳴らし、あざけり笑って、その所から出て行かせる。